ευκτός

-ή, -ό (ΑΜ εὐκτός, -ή, -όν) [εὔχομαι]
1. αυτός τον οποίο μπορεί να ευχηθεί, να επιθυμήσει κάποιος, ο επιθυμητός («τὰ εὐκτὰ παρὰ τῶν θεῶν ᾐτησάμην», Σοφ.)
2. αυτός που αξίζει να επιθυμήσει κάποιος, ο ποθητός («εὐκτὸν ἀνθρώποισι», Ευρ.)
αρχ.
αφιερωμένος, ταμένος.
επίρρ...
εὐκτῶς (Μ)
κατά την ευχή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκτός — wished for masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτά — εὐκτός wished for neut nom/voc/acc pl εὐκτά̱ , εὐκτός wished for fem nom/voc/acc dual εὐκτά̱ , εὐκτός wished for fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτότερον — εὐκτός wished for adverbial comp εὐκτός wished for masc acc comp sg εὐκτός wished for neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτῶν — εὐκτός wished for fem gen pl εὐκτός wished for masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτόν — εὐκτός wished for masc acc sg εὐκτός wished for neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτότατον — εὐκτός wished for masc acc superl sg εὐκτός wished for neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτοῖς — εὐκτός wished for masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτοί — εὐκτός wished for masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτή — εὐκτός wished for fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτήν — εὐκτός wished for fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.